Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Πολιτειακές δυσλειτουργίες

 


Πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας εξελέγη ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και αντιπρόεδρος ο Φαζίλ Κιουτσούκ, ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Το πολίτευμα που προέβλεπαν οι Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου ήταν ιδιαίτερα δύσκαμπτο και στηριζόταν σε συνεργασία μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Ο Πρόεδρος θα ήταν Ελληνοκύπριος, ενώ ο Αντιπρόεδρος Τουρκοκύπριος με δικαίωμα βέτο στη νομοθετική εξουσία της Βουλής των Αντιπροσώπων. Και η Βουλή των Αντιπροσώπων απαρτιζόταν από μέλη και των δύο κοινοτήτων κατά ποσόστωση. Δεν άργησαν να έρθουν τα πρώτα αδιέξοδα σχετικά με την εξωτερική πολιτική, την οργάνωση κυπριακού στρατού, την εκπαίδευση και τα οικονομικά.

 

Το Σύνταγμα προέβλεπε τη στελέχωση της Δημόσιας Διοίκησης με Τουρκοκυπρίους σε ποσοστό 30%. Η ελληνοκυπριακή πλευρά κωλυσιεργούσε στο διορισμό Τουρκοκυπρίων με το επιχείρημα ότι δεν είχαν τα αναγκαία προσόντα, με αποτέλεσμα τρία χρόνια μετά να μην έχει επιτευχθεί ακόμη η ποσόστωση. Στο συνταγματικό δικαστήριο της Κύπρου εκκρεμούσαν το 1963 2.000 προσφυγές Τουρκοκυπρίων για τον διορισμό τους στη δημόσια διοίκηση. Άλλα σημεία διαφωνίας ήταν η σύσταση και οργάνωση μικτού κυπριακού στρατού και η οργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι Τουρκοκύπριοι με τη στήριξη της Τουρκίας επέμεναν στη σύσταση εθνικά αμιγών δήμων και τον διαχωρισμό του πληθυσμού. Αιτία ήταν ότι οι τουρκοκυπριακοί δήμοι που θα δημιουργούνταν θα ήταν οι μόνοι φορείς εξουσίας, στους οποίους δε θα είχαν την πλειοψηφία οι Ελληνοκύπριοι. Το αίτημά τους είχε γίνει δεκτό και είχαν περιληφθεί σχετικές διατάξεις στο νέο Σύνταγμα. Η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρούσε τη δημιουργία αμιγών δήμων ως την αρχή της διαίρεσης του νησιού και αρνήθηκε να εφαρμόσει τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος[9]. Άλλο ζήτημα ήταν οι φορολογικοί νόμοι. Οι φορολογικοί νόμοι έπρεπε να εγκριθούν από τους αντιπροσώπους και των δύο κοινοτήτων. Η κυβέρνηση έφερε πρόταση νόμου στη Βουλή των Αντιπροσώπων για τη θέσπιση ενός μόνιμου φορολογικού καθεστώτος, η τουρκοκυπριακή μερίδα των βουλευτών όμως, της οποίας η σύμπραξη ήταν κατά το Σύνταγμα αναγκαία για την ψήφιση νόμων, αρνούνταν οποιαδήποτε συνεργασία και επιθυμούσε προσωρινούς νόμους βραχύχρονης διάρκειας, ώστε να παραμείνει η εκκρεμότητα και διατηρήσει τη διαπραγματευτική της δύναμη στο νέο κράτος. Αποτέλεσμα ήταν τελικά να μην υπάρχει η αναγκαία συνεργασία μεταξύ των δύο κοινοτήτων για τη λειτουργία του πολιτεύματος και του κράτους εν γένει.

Στο μεταξύ ο Μακάριος, με δημόσιες δηλώσεις του δεν έκρυβε τη δυσαρέσκειά του για το καθεστώς της Ζυρίχης αλλά και για την αποτυχία του Ενωτικού Αγώνα. Οι δηλώσεις αυτές μπορεί να είχαν ως στόχο την ικανοποίηση του αισθήματος των οπαδών του, εντείνουν όμως την καχυποψία μεταξύ των Τουρκοκυπρίων ως προς τις πραγματικές προθέσεις της Ελληνοκυπριακής πλευράς. Από διάφορες πηγές έχει αποδοθεί στον Μακάριο ότι σε ομιλία του στη γενέτειρα του Παναγιά στις 4 Σεπτεμβρίου 1962 διακήρυττε την ιδέα της εθνοκάθαρσης της Τουρκοκυπριακής μειονότητας λέγοντας "Μέχρις ότου εκδιωχθεί η μικρή αυτή τουρκική κοινότητα, ούσα τμήμα της τουρκικής φυλής, του φοβερού αυτού εχθρού του Ελληνισμού, το καθήκον των ηρώων της ΕΟΚΑ δεν θα μπορεί να θεωρηθεί ως περατωθέν"[10]. Τέτοια αναφορά όμως δεν επιβεβαιώνεται από ελληνοκυπριακές πηγές ενώ στον ελληνοκυπριακό τύπο της εποχής[11] ο οποίος παρακολουθούσε στενά τις δραστηριότητες και κινήσεις του Μακαρίου δεν καταγράφεται επίσκεψη Μακαρίου στην Παναγιά στις 4 Σεπτεμβρίου 1962 ή εκφώνηση από μέρους του ομιλίας τη μέρα εκείνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου