Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Η Συνταγματική Κρίση και οι Διακοινοτικές Ταραχές

 


Η αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων οδήγησε σε μια οξύτατη κρίση το 1963-64. Στις 30 Νοεμβρίου 1963 ο Ελληνοκύπριος πρόεδρος της δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπος Μακάριος πρότεινε τροποποιήσεις στο σύνταγμα (τα λεγόμενα «13 σημεία»), που αφορούσαν στη διανομή των εξουσιών ανάμεσα στην ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή κοινότητα και θα το καθιστούσαν, κατά την ελληνοκυπριακή άποψη, πιο λειτουργικό και αποτελεσματικό. Οι τροποποιήσεις που πρότεινε ο Μακάριος αφαιρούσαν το δικαίωμα βέτο από τον Ελληνοκύπριο πρόεδρο και τον Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο και γενικώς άλλαζαν το σύστημα από δικοινοτικό (απαιτούνταν ομοφωνία και των δύο κοινοτήτων) σε πλειοψηφικό (αρκούσαν οι περισσότερες ψήφοι απ' όπου κι αν προέρχονταν) με εγγυήσεις για τα δικαιώματα της μειονότητας[12]. Η τουρκοκυπριακή κοινότητα θεώρησε αυτές τις προτάσεις ως προσπάθεια αλλαγής της Συνθήκης Ζυρίχης-Λονδίνου και περιορισμού των δικαιωμάτων της.
Τη συνταγματική κρίση διαδέχονται αιματηρές διακοινοτικές ταραχές, οι οποίες οδήγησαν τους Τουρκοκυπρίους στην απόσυρση τους σε θύλακες και στην αποχή από την πολιτική ζωή της χώρας. Στις 21 Δεκεμβρίου 1963, αστυνομική περίπολος επιχειρεί να ερευνήσει αυτοκίνητο στο οποίο επενέβαιναν Τουρκοκύπριοι στα όρια της Ελληνοκυπριακής και Τουρκοκυπριακής συνοικίας της παλιάς πόλης μετά από πληροφορίες για μεταφορά όπλων από Τουρκοκύπριους παραστρατιωτικούς. Οι Τουρκοκύπριοι αρνήθηκαν να υποβληθούν σε έρευνα, ακολουθώντας τις οδηγίες που είχαν δοθεί από τον Τούρκο Διοικητική της ΤΜΤ Bozkurt και το επεισόδιο εξελίσσεται σε συμπλοκή μεταξύ του Τουρκυπριακού πλήθους που άρχισε να συγκεντρώνεται στο σημειό του συμβάντος και των Ελληνοκυπρίων αστυνομικών που οδηγεί στο θάνατο 2 Τουρκοκυπρίων[13]. Αυτή ήταν η σπίθα για μια από όλους ήδη αναμενόμενη έκρηξη[14]. Τα επεισόδια συνεχίζονται και την επόμενη μέρα καθώς πλήθος Τουρκοκυπρίων, πολλοί από τους οποίους ένοπλοι, περιφέρεται ανεξέλεγκτα στους δρόμους της παλιάς πόλης. Οι αρχικές εκκλήσεις του Προέδρου Μακαρίου και του Αντιπρόεδρου Κουτσούκ αγνοούνται και μέχρι το απόγευμα οι συγκρούσεις επεκτείνονται και σε άλλες συνοικίες της πρωτεύουσας. Μέχρι το επόμενο πρωί βίαια επεισόδια εκδηλώνονται και στην πόλη της Λάρνακας. Παρά την αρχική αισιοδοξία για εκτόνωση της κρίσης, οι συγκρούσεις αρχίζουν εκ νέου στη Λευκωσία το επόμενο πρωί όταν Ελληνοκυπριακές οικογένειες που κατοικούσαν στο στρατηγικής σημασίας προάστιο της Ομορφίτας, που κατοικείτο κυρίως από Τουρκοκύπριους, δέχεται σφοδρή επίθεση από Τουρκοκυπριακές ένοπλες ομάδες. Λίγο μετά, οι συγκρούσεις επεκτείνονται και στην Αμμόχωστο όταν Τουρκοκύπριοι χωροφύλακες επιχειρούν να καταλάβουν το αρχηγείο της χωροφυλακής. Συγκρούσεις αναφέρονται επίσης στην Κερύνεια[15]. Η κατάσταση πλέον οδηγείται σε επικίνδυνη κλιμάκωση με την ΤΟΥΡΔΥΚ (το Τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα που εγκαταστάθηκε στην Κύπρο με βάση τη Συνθήκη Συμμαχίας) να βγαίνει, την ημέρα των Χριστουγέννων, από το στρατόπεδο της και να συμμετέχει στις συγκρούσεις υποστηρίζοντας την προσπάθεια των Τουρκοκυπρίων ενόπλων να ενισχύσουν τις οχυρώσεις τους γύρω από το Τουρκοκυπριακό χωριό Ortakoy. H ΕΛΔΥΚ εγκαταλείπει και αυτή το στρατόπεδο της προς υποστήριξη των Ελληνοκυπρίων αλλά επιστρέφει σε αυτό όταν ο Πρόεδρος Μακάριος αποδέχεται την κοινή παρέμβαση των Εγγυητριών Δυνάμεων για εκτόνωση της κρίσης.[16] Στις 26 Δεκεμβρίου 1963 η ελληνοκυπριακή πλευρά παραδίδει στον Ερυθρό Σταυρό 800 γυναικόπαιδα Τουρκοκύπριους, που είχαν απομακρυνθεί από την περιοχή των μαχών, κυρίως στην περιοχή Ομορφίτας.[17] Παράλληλα η Τουρκοκυπριακή πλευρά παραδίδει 26 Ελληνοκύπριους.[18]
Στις 15 Ιανουαρίου 1964 συνήλθε συνδιάσκεψη στο Λονδίνο για την εξεύρεση λύσης. Στη συνδιάσκεψη αυτή οι Τουρκοκύπριοι προωθούν την ιδέα του φυσικού διαχωρισμού των πληθυσμών των δυο κοινοτήτων την οποία απορρίπτει η Ελληνοκυπριακή πλευρά επιμένοντας σε συνταγματικές αναθεωρήσεις και στην κατάργηση της Συνθήκης Εγγύησης, με αποτέλεσμα η συνδιάσκεψη να οδηγηθεί ουσιαστικά σε αδιέξοδο[19][20]. Από τις 30 Δεκεμβρίου 1963 ο Δρ Κουτσούκ είχε ήδη διακηρύξει ότι "το Σύνταγμα είναι νεκρό" και ότι δεν υπήρχε πλέον προοπτική συνύπαρξης των δυο κοινοτήτων στην Κύπρο [21]. Σε συνέντευξη του στη Le Monde στις 10 Ιανουαρίου 1964 προχωρά ακόμα ένα βήμα. "Θέλουμε" αναφέρει "χωριστό κράτος. Ήδη προχωρούμε προς την κατεύθυνση της δημιουργίας χωριστής διοίκησης, έχουμε δική μας αστυνομία και τηλεπικοινωνίες. Μετά τη Συνδιασκεψη του Λονδίνου, θα επεκτείνουμε την αυτονομία μας. Σε ότι αφορά εμάς, η Κυβέρνηση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου δεν υφίσταται πλέον" [22].
Για πάνω από έξι μήνες ένοπλες παραστρατιωτικές ομάδες συγκρούονταν και η επέμβαση των κυανοκράνων απέτρεψε πολλές φορές κλιμάκωση της έντασης[23]. Δεύτερο κρίσιμο επεισόδιο θεωρείται αυτό που έγινε στην Αμμόχωστο στις 11 Μαΐου 1964, όταν τρεις Ελλαδίτες αξιωματικοί της ΕΛΔΥΚ και ένας Ελληνοκύπριος αστυνομικός εισήλθαν με ένα τζιπ υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στον τουρκοκυπριακό τομέα της πόλης και επακολούθησε συμπλοκή με Τουρκοκυπρίους, κατά την οποία σκοτώθηκαν ένας αξιωματικός της ΕΛΔΥΚ και ο Ελληνοκύπριος αστυνομικός[24]. Το περιστατικό αυτό έγινε αφορμή να αναζωπυρωθεί η βία και να ενταθούν οι ένοπλες συγκρούσεις και οι απαγωγές. Στο διάστημα αυτό πολλοί Τουρκοκύπριοι εγκαταλείπουν τις απομτα μεικτά χωριά στα οποία ζούσαν και κατέφυγαν σε θύλακες Τουρκοκυπρίων στο βόρειο μέρος του νησιού. Αυτό οφειλόταν εν μέρει στο φόβο που προξενούσαν οι ελληνοκυπριακές ένοπλες επιθέσεις εναντίον τους και εν μέρει σε οργανωμένο σχέδιο της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, η οποία με αυτόν τον τρόπο προσπαθούσε να επιτύχει μια de facto διχοτόμηση του νησιού. Οι ένοπλες αυτές ταραχές ενισχύονταν και από τις «ανεύθυνες, ανακριβείς και ιδιαίτερα συναισθηματικές περιγραφές του τοπικού τύπου»[25]. Στην αρχή οι βρετανικές δυνάμεις έπαιζαν το ρόλο του διαιτητή, μέχρι να αποστείλει ο ΟΗΕ κυανόκρανους. Τότε χαράχτηκε και για πρώτη φορά η Πράσινη Γραμμή με σκοπό ως νεκρή ζώνη να χωρίσει γεωγραφικά τις δύο κοινότητες, υπό τον φόβο επέμβασης της Τουρκίας ως εγγυήτριας δύναμης υπέρ των Τουρκοκυπρίων.
Η Τουρκία και Ελλάδα ενεπλάκησαν ενεργά στη διαμάχη, η μεν πρώτη με την διενέργεια βομβαρδισμών (η προγραμματιζόμενη εισβολή απετράπη έπειτα από επέμβαση του αμερικανικού παράγοντα λόγω της ανοιχτής στήριξης της ΕΣΣΔ προς τον Μακάριο), η δε δεύτερη με την αποστολή στρατιωτικού σώματος πέραν των όσων προέβλεπαν οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου. Η κυπριακή κυβέρνηση ζήτησε από την Ελλάδα την αποστολή επιπλέον στρατού. Η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίθηκε, στέλνοντας 5.000 άνδρες υπό τη διοίκηση του Γρίβα, ο οποίος έτσι τον Ιούνιο του 1964 επέστρεψε στο νησί με τη διστακτικά σύμφωνη γνώμη του Μακάριου και τον Αύγουστο του ίδιου έτους ανέλαβε τη διοίκηση και της Εθνικής Φρουράς. Ο Γρίβας εστάλη, γιατί θεωρήθηκε ότι θα ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να ελέγξει τους παραστρατιωτικούς, πράγμα το οποίο και πέτυχε.
Η πιο σοβαρή κρίση έγινε στις αρχές Αυγούστου του 1964, όταν ελληνικές δυνάμεις και δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς επιτέθηκαν στον τουρκοκυπριακό θύλακα των Κοκκίνων στις βόρειες ακτές του νησιού. Αιτία της επίθεσης ήταν ότι ο παράκτιος θύλακας χρησιμοποιούνταν ως βάση για την εισαγωγή όπλων και μαχητών από την Τουρκία. Η Τουρκία αντέδρασε άμεσα στην επίθεση και η τουρκική Αεροπορία βομβάρδισε ελληνοκυπριακές θέσεις στην Τυλληρία με βόμβες ναπάλμ, καθιστώντας σαφείς τις προθέσεις της σε περίπτωση εμπλοκής. 55 Ελληνοκύπριοι σκοτώθηκαν, εκ των οποίων οι 28 πολίτες[26].
Η αποστολή δυνάμεων του ΟΗΕ για την τήρηση της ανακωχής κατά μήκος της Πράσινης Γραμμής κατέδειξε ότι το κυπριακό πρόβλημα παρέμενε ενεργό και είχε προσλάβει έναν διεθνή χαρακτήρα, τον οποίο εξακολουθεί να διατηρεί ως τις μέρες μας. Παράλληλα αποτέλεσμα των συγκρούσεων αυτών ήταν η δημιουργία δύο «πράσινων γραμμών» ανάμεσα στις δύο κοινότητες, μιας γεωγραφικής και μιας ψυχολογικής [27]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου