Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013

Οι αγνοούμενοι της Τουρκικής εισβολής

  Μείζων παράγοντας του Κυπριακού προβλήματος είναι σήμερα οι αγνοούμενοι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι. Πρόκειται για στρατιώτες και πολίτες, των οποίων η τύχη αγνοείται. Οι περισσότεροι εξαφανίστηκαν μετά από εχθροπραξίες και έκτοτε δεν έδωσαν σημεία ζωής αλλά ούτε βρέθηκε και η σορός τους. Από ελληνοκυπριακής πλευράς αγνοούνται περί τους 1.500 ([54]), ενώ από τουρκοκυπριακής περίπου 500. Το πρόβλημα των αγνοουμένων ανάγεται ήδη στην περίοδο των διακοινοτικών ταραχών που ξέσπασαν το 1963-1964, αλλά μεγιστοποιήθηκε το καλοκαίρι του 1974 με την τουρκική εισβολή. Για την τύχη τους έχουν γίνει πολλές εικασίες. Η ελληνοκυπριακή πλευρά για πολύ καιρό (και εν μέρει ακόμα) υποστήριζε ότι οι περισσότεροι Ελληνοκύπριοι αγνοούμενοι ζουν και είναι αιχμάλωτοι στην Τουρκία. Πολλές θεωρίες έχουν αναπτυχθεί γύρω από το ζήτημα, ενώ φέρεται να έχει οργανωθεί και αποστολή με τη συμμετοχή πρακτόρων της ελληνικής ΕΥΠ στην Ανατολία, προκειμένου να διερευνηθούν σχετικές πληροφορίες από «Κούρδους δραπέτες» που υποστήριξαν ότι ήταν συγκρατούμενοί τους. Αξιόπιστα στοιχεία που να στηρίζουν την εκδοχή ότι οι αγνοούμενοι είναι ζωντανοί δεν έχουν ως τώρα παρουσιαστεί[55][56]. Κάποιοι από αυτούς βρίσκονται σίγουρα σε ομαδικούς τάφους εκατέρωθεν της Πράσινης Γραμμής, οι οποίοι δεν έχουν ανοιχθεί ακόμη από καμιά από τις δυο πλευρές. Τα τελευταία 2-3 χρόνια καταβάλλονται προσπάθειες διαλεύκανσης των περιπτώσεων αγνοουμένων μέσω της κοινής διερευνητικής επιτροπής αγνοουμένων[57], η οποία είχε συσταθεί το 1981 αλλά ως τώρα δεν είχε να επιδείξει έργο, με τη βοήθεια πλέον σύγχρονων μεθόδων ανάλυσης DNA. Το καλοκαίρι του 2009 βρέθηκε ομαδικός τάφος 5 Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων οι οποίοι εκτελέστηκαν κατά την τουρκική εισβολή. Στη δημοσιότητα δόθηκε και μία φωτογραφία τους λίγη ώρα πριν την εκτέλεσή τους.

Η διχοτόμηση του νησιού

Μετά την κατάπαυση του πυρός, τον Αύγουστο του 1974, καταβλήθηκαν πολλές προσπάθειες για επανένωση του νησιού, οι οποίες όμως δεν στέφθηκαν από επιτυχία. Η διαίρεση αυτή διατηρείται μέχρι σήμερα δια της βίας καθώς περισσότεροι από 40.000 Τούρκοι στρατιώτες εξακολουθούν να παραμένουν στο νησί, ενώ η Τουρκία ενθαρρύνει την παράνομη εγκατάσταση εποίκων ώστε να αυξήσει τα πληθυσμιακά ερείσματά της. Η διεθνώς αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία ασκεί έλεγχο μόνο στο νότιο τμήμα του νησιού, παρότι από νομική άποψη εξακολουθεί να εκπροσωπεί το σύνολο. Το κατεχόμενο βόρειο τμήμα, το οποίο αυτοανακηρύχθηκε ανεξάρτητο το 1983, έχει αναγνωριστεί διεθνώς μόνο από την Τουρκία με την ονομασία "Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου" (τουρκικά: Kuzey Kıbrıs Türk Cumhuriyeti [KKTC]). Το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών με τα ψηφίσματα (αποφάσεις) του 541/1983 και 550/1984 καταδίκασε ευθέως την ανακήρυξη της "ΤΔΒΚ" και κάθε αποσχιστική δραστηριότητα και κάλεσε όλα τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ να μην την αναγνωρίσουν.
Το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου βρίσκεται εξ αρχής σε διεθνή απομόνωση. Τα αεροδρόμιά του δεν αναγνωρίζονται από την ΙΑΤΑ και καμιά αεροπορική εταιρεία πλην των τουρκικών δεν εκτελεί δρομολόγια προς και από τη βόρεια Κύπρο. Η ιθαγένεια και τα ταξιδιωτικά έγγραφα της ΤΔΒΚ δεν αναγνωρίζονται από άλλα κράτη, με αποτέλεσμα οι κάτοικοί της που επιθυμούν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό να χρειάζονται ταξιδιωτικά έγγραφα της Τουρκίας. Στις 23 Απριλίου 2003 η τουρκοκυπριακή κυβέρνηση επέτρεψε την είσοδο στην ΤΔΒΚ από ορισμένα σημεία της Πράσινης Γραμμής. Το νότιο τμήμα, οι ελεύθερες περιοχές, έχουν οικονομικά ανακάμψει, παρά τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισαν μετά το 1974 λόγω των προσφύγων και της αποστέρηση του Βορρά, ο οποίος ήταν το ευφορότερο και πιο πλούσιο σε πλουτοπαραγωγικές πηγές τμήμα του νησιού. Αντίθετα ο Βορράς λόγω της διεθνούς απομόνωσης εξαρτάται αποκλειστικά από την οικονομική βοήθεια της Τουρκίας για να επιβιώσει.
Η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει αποδεχθεί το τετελεσμένο γεγονός του γεωγραφικού χωρισμού μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, τον οποίο οι Τουρκοκύπριοι θέλουν να διατηρήσουν και σε περίπτωση επανένωσης. Από το 1977 έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των δύο κοινοτήτων ότι η όποια λύση προκριθεί θα είναι ομοσπονδιακού και διζωνικού χαρακτήρα, όμως η διατύπωση αφήνει πολλά περιθώρια για ερμηνείες. Αυτό σημαίνει ότι το ομοσπονδιακό κράτος που θα επανασυσταθεί, όταν αρθούν οι διαφορές μεταξύ των δύο κοινοτήτων, θα είναι δικοινοτικό (όπως και με το Σύνταγμα του 1960), με την πολιτειακή εξουσία να μοιράζεται ανάμεσα στις δύο κοινότητες, αλλά και διζωνικό, με την κάθε κοινότητα να αποτελεί ομόσπονδο κρατίδιο με συγκεκριμένο εδαφικό έρεισμα.

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Πραξικόπημα και Τουρκική εισβολή (1974)


Τον Ιούλιο του 1974 οργανώθηκε από τη Χούντα του Ιωαννίδη, επικεφαλής της οποίας ήταν (μετά την ανατροπή του Παπαδόπουλου στις 25 Νοεμβρίου του 1973) ο Δημήτριος Ιωαννίδης, και τους συνεργάτες της στην Κύπρο πραξικόπημα με στόχο την ανατροπή του Μακαρίου και την προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα. Το σχέδιο ήταν να ανατραπεί ο Μακάριος και την Προεδρία να αναλάβει με τη δύναμη των όπλων ο Νίκος Σαμψών, ακραιφνής εθνικιστής Κύπριος πολιτικός, παλαιός μαχητής της ΕΟΚΑ και της ΕΟΚΑ Β'. Στις 15 Ιουλίου ελληνικές στρατιωτικές μονάδες άρχισαν να βάλλουν κατά του προεδρικού μεγάρου στη Λευκωσία, όπου βρισκόταν ο Μακάριος, με σκοπό να τον σκοτώσουν. Αυτός όμως κατάφερε και διέφυγε, στην αρχή στην Πάφο και αργότερα στη βρετανική βάση του Ακρωτηρίου, απ' όπου και τον φυγάδευσαν οι Άγγλοι στο εξωτερικό. Στις 19 Ιουλίου εξεφώνησε λόγο ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, στον οποίο, αφού ευχαριστούσε τους Άγγλους για τη σωτηρία του, χαρακτήριζε το πραξικόπημα ως εισβολή της Χούντας στην Κύπρο και κατάλυση της ανεξαρτησίας της, ενώ ταυτόχρονα κάλεσε το Συμβούλιο Ασφαλείας να παρέμβει με όλα τα πρόσφορα μέσα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, ίσως για να προλάβει τον κίνδυνο εισβολής από μέρους της Τουρκίας αφού η Τουρκία δεν είναι μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας.

"I appeal to the members of the Security Council to do their utmost to put an end to this anomalous situation, which was created by the coup of Athens. I call upon the Security Council to use all ways and means at its disposal so that the constitutional order in Cyprus and the democratic rights of the people of Cyprus can be reinstated without delay."
[...]
"...the events in Cyprus do not constitute an internal matter of the Greeks of Cyprus. The Turks of Cyprus are also affected. The coup of the Greek junta is an invasion, and from its consequences the whole people of Cyprus suffers, both Greeks and Turks."
Το Συμβούλιο Ασφαλείας στην συνεδρία του δεν πήρε απόφαση, και στις 20 Ιουλίου 1974, έγινε το πρώτο μέρος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο κατά παράβαση της Συνθήκης Εγγυήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας και του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Ο αμφιλεγόμενος αυτός λόγος του Μακάριου στο Συμβούλιο Ασφαλείας έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από την τουρκική και την ελληνική φιλοχουντική προπαγάνδα. Τόσο η πρώτη, η οποία δικαιολογεί την εισβολή ως χρέος της ως εγγυήτριας δύναμης από τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, όσο και η δεύτερη, η οποία προσπαθεί να αποσείσει τις ευθύνες για τα γεγονότα από πάνω της, «αναγιγνώσκουν» στον λόγο αυτόν μια έκκληση του Μακάριου προς την Τουρκία να επέμβει για να τον αποκαταστήσει στην εξουσία. Κάτι τέτοιο πάντως δεν περιέχει η έκκληση, η οποία απευθύνεται αποκλειστικά στα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Η Κύπρος μετά την τουρκική εισβολή
Λίγες μέρες μετά η κυβέρνηση Σαμψών παραιτήθηκε υπό το βάρος των εξελίξεων. Στη Γενεύη άρχισαν πυρετώδεις διαβουλεύσεις για την εξεύρεση ειρηνικής λύσης υπό την αιγίδα του Βρετανού Υπουργού Εξωτερικών Τζον Κάλαχαν. Η ελληνοκυπριακή πλευρά, εκπροσωπούμενη από τον Γλαύκο Κληρίδη, αξίωσε για πρώτη φορά μετά το 1963 εφαρμογή των Συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου και του Κυπριακού Συντάγματος, κάτι που ως τότε η ίδια αρνούνταν κατηγορηματικά. Η Τουρκία αρνήθηκε και προέβαλε το πάγιο αίτημά της για γεωγραφικό χωρισμό του νησιού. Ενόσω διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις, η Τουρκία προχώρησε και στο δεύτερο κύμα εισβολής στις 14 Αυγούστου 1974, φθάνοντας ως τα σημερινά όρια των Κατεχομένων.
Η τουρκική εισβολή δημιούργησε χιλιάδες θύματα και αγνοούμενους, ενώ πάνω από 180.000 Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες εκδιώχθηκαν ή υποχρεώθηκαν να φύγουν από τις κατεχόμενες από τον Τουρκικό στρατό περιοχές [9]. Παράλληλα υπήρξε σταδιακή μετακίνηση πάνω από 50.000 Τουρκοκυπρίων από τις ελεύθερες στις κατεχόμενες περιοχές ειδικά μετά την άρση της απαγόρευσης τέτοιων μετακινήσεων με τη συμφωνία της Τρίτης Βιέννης του Αυγούστου 1975. Αποτέλεσμα των μετακινήσεων αυτών ήταν η ντε φάκτο δημιουργία δύο χωριστών περιοχών με εθνικά σχεδόν αμιγή πληθυσμό. Ιδιαίτερα κατά το δεύτερο κύμα εισβολής ο τουρκικός στρατός άφησε χιλιάδες Έλληνες και Ελληνοκυπρίους στρατιώτες και αμάχους νεκρούς [52] και λεηλάτησε τις περιουσίες τους[53]. Άλλοι 1.500 περίπου παρέμειναν στις λίστες των αγνοουμένων. Το μεγαλύτερο μέρος των αμάχων Ελληνοκυπρίων εγκατέλειψαν τα χωριά τους στο άκουσμα της εισβολής και πριν την εμφάνιση των Τούρκων, φοβούμενοι για τη ζωή τους. Δεν έλειψαν και μεμονωμένα επεισόδια αντιποίνων των Ελληνοκυπρίων, όπως η εκτέλεση 80 περίπου Τουρκοκυπρίων αιχμαλώτων από το χωριό Τόχνη στην επαρχία Λάρνακας. Η εισβολή αποτέλεσε την υλοποίηση του αρχικού σχεδίου της Τουρκίας για Ταξίμ (taksim) τη γεωγραφική δηλαδή διχοτόμηση της Κύπρου μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων.
Στον κατεχόμενο Βορρά παρέμειναν αρχικά γύρω στους 20.000 Ελληνοκύπριοι αρνούμενοι να φύγουν. Η απομόνωσή τους από το τουρκοκυπριακό καθεστώς και η κακομεταχείριση οδήγησαν με τον καιρό τους περισσότερους από αυτούς στον Νότο ενώ πολλοί από αυτούς εκδιώχθηκαν στις ελεύθερες περιοχές από το κατοχικό καθεστώς.

Δικτατορία των Συνταγματαρχών



Με την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα το 1967 η κατάσταση περιπλέχτηκε ακόμη περισσότερο, καθώς οι Συνταγματάρχες διεκδικούν και πάλι το ρόλο του "Εθνικού Κέντρου" ως του ρυθμιστή της ακολουθητέας γραμμής στο Κυπριακό.
Οι σχέσεις Ελλάδας και Κύπρου μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967 στην Αθήνα χειροτέρευαν διαρκώς. Οι Συνταγματάρχες παρενέβαιναν απροκάλυπτα στην πολιτική ζωή της Κύπρου πιέζοντας τον Μακάριο να αλλάξει τους Υπουργούς του, να σχηματίσει κυβέρνηση εθνικής ενότητας ή και να παραιτηθεί.[51]
Στις 8 Μαρτίου 1970 έγινε αποτυχημένη δολοφονική απόπειρα κατά του Μακάριου και ως ένας από τους υποκινητές θεωρήθηκε ο Πολύκαρπος Γεωρκάτζης. Στο νησί επανήλθε το Φθινόπωρο του 1971 ο Γρίβας, ο οποίος συνέστησε την παραστρατιωτική οργάνωση ΕΟΚΑ Β' με στόχο την ανάληψη αγώνα για την επίτευξη της Ένωσης. Μέσω των εφημερίδων που είχε υπό τον έλεγχό του κατηγορούσε τον Μακάριο ότι πρόδιδε τον αγώνα των Ελληνοκυπρίων για Ένωση για να μη χάσει τα αξιώματά του. Μετά τον θάνατο του Γρίβα τον Ιανουάριο του 1974 τα ηνία της οργάνωσης ανέλαβε πλέον η Χούντα. Έτσι είχαν δημιουργηθεί δύο στρατόπεδα στους Ελληνοκυπρίους. Η πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων ήταν στο πλευρό του Μακάριου, τον οποίο και εξέλεγε σε κάθε εκλογή με μεγάλα ποσοστά.
Στις 8 Μαρτίου του 1973 τρεις Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Κύπρου, ο Κιτίου Άνθιμος, ο Κυρηνείας Κυπριανός και ο Πάφου Γεννάδιος καθαίρεσαν τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο από το εκκλησιαστικό του αξίωμα, επειδή σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες δεν επιτρέπεται οι ιεράρχες να κατέχουν και πολιτειακό αξίωμα. Το Μακαριακό στρατόπεδο υποστηρίζει ότι η κίνηση αυτή είχε τη στήριξη της Αθήνας. Ο Μακάριος τότε με τη σειρά του συγκάλεσε Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδο, στην οποία πήραν μέρος 13 προκαθήμενοι ορθοδόξων εκκλησιών μεταξύ άλλων από τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Αντιοχείας, η οποία αποκατέστησε τον Μακάριο και καθαίρεσε τους τρεις Μητροπολίτες στις 14 Ιουλίου του 1973.

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Το αίτημα για Ένωση

Το πάγιο αίτημα των Ελληνοκυπρίων από τις αρχές του αιώνα ήταν η «Ένωσις με τη μητέρα Ελλάδα» (υπό την έννοια της ενσωμάτωσης του νησιού στην Ελλάδα, όχι της δημιουργίας κάποιου είδους Κυπρο-Ελληνικής Ένωσης). Με αυτό το σύνθημα ξεκίνησε και η ΕΟΚΑ τον αγώνα της το 1955, αυτό ήταν και το ποθούμενο του ελληνοκυπριακού λαού και πολιτικής ηγεσίας το 1959. Η ελληνοκυπριακή κοινότητα αναγκάστηκε τελικά να συμβιβαστεί με τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου, συνεταιρικού κράτους με τους Τουρκοκύπριους, στη βάση των Συνθηκών Λονδίνου-Ζυρίχης, οι οποίες απέκλειαν το ενδεχόμενο μελλοντικής προσάρτησης του νησιού σε τρίτη χώρα. Ο Γρίβας κατηγορούσε ανοιχτά το Μακάριο ότι με την υπογραφή των Συνθηκών πρόδωσε τους ελληνοκυπριακούς πόθους. Ο Ελληνοκύπριος στρατηγός δεν σταμάτησε ποτέ να προβάλλει επιτακτικά το αίτημα αυτό. Αλλά και ο Μακάριος και οι υπόλοιποι Ελληνοκύπριοι πολιτικοί εξακολούθησαν να μιλούν σε κάθε ευκαιρία για Ένωση και μετά τις Συνθήκες. Αυτό ήταν και το επιχείρημα των Τουρκοκυπρίων, με το οποίο αρνούνταν την οποιαδήποτε τροποποίηση των Συνθηκών. Φοβούνταν ότι ένα άλλο μοντέλο διοίκησης θα επέτρεπε στους Ελληνοκυπρίους να επιτύχουν την ενσωμάτωση του νησιού στην Ελλάδα, με επακόλουθο, αν όχι το διωγμό της τουρκοκυπριακής κοινότητας, τουλάχιστον μια τύχη παρόμοια με αυτήν της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης.
Στην πορεία όμως δε γινόταν κάτι στην πράξη προς την κατεύθυνση αυτή. Ο Γρίβας και οι οπαδοί του κατηγορούσαν ανοιχτά τον Μακάριο, ότι ποτέ δε στόχευε στην Ένωση, παρά μόνο στην κατάληψη της εξουσίας. Έχοντας συγκεντρώσει στα χέρια του πολιτική και θρησκευτική εξουσία, δεν είχε κανέναν λόγο να τις παραχωρήσει σε άλλον. Η κατηγορία αυτή τού προσήφθη και από άλλους, όταν απέρριψε το Σχέδιο Άτσεσον, το οποίο προέβλεπε ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα το 1964[47]. Η απάντηση του Μακάριου ήταν ότι οποιαδήποτε απόπειρα ένωσης θα είχε ως συνέπεια τη στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας και θα κατέληγε στο αντίθετο αποτέλεσμα, στη διχοτόμηση του νησιού.
Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές με τον καιρό για πολλούς Ελληνοκυπρίους το κύριο ζητούμενο ήταν πλέον η κυριαρχία του ελληνικού στοιχείου στο νησί και όχι τόσο η (άμεση τουλάχιστον) Ένωση με την Ελλάδα, καθώς στην πράξη αρκετοί δε θα ήταν πρόθυμοι να υπαχθούν από τη μια μέρα στην άλλη στην Αθηναϊκή διοίκηση[30]. Κατά τους ίδιους μελετητές σε αυτήν την απροθυμία συνέβαλε και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου τους χάρη στη επιτυχημένη οικονομική πολιτική του Μακάριου, η οποία έκανε λιγότερο ελκυστική την ένωση με τη μαστιζόμενη από οικονομικά προβλήματα Ελλάδα[30]. Ειδικά μετά τον εξοβελισμό του τουρκοκυπριακού στοιχείου από το κυπριακό κράτος, ένα μεγάλο μέρος των στόχων είχε (φαινομενικά) επιτευχθεί. Στην αναφορά του ο Γκάλο Πλάζα το 1965 διστάζει να δεχθεί ότι οι Ελληνοκύπριοι είναι διατεθειμένοι να «απορροφηθεί» η Κύπρος από την Ελλάδα, ενώ σε σχετική ερώτησή του η ελληνοκυπριακή ηγεσία και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος δεν έδωσαν σαφή απάντηση ως προς το χρονοδιάγραμμα και τη μορφή της Ένωσης, αν αυτή καθίστατο κάποτε εφικτή. Μια σειρά από ρυθμίσεις, αλλαγές και παραχωρήσεις που θα έπρεπε να γίνουν δεν είχαν απασχολήσει σοβαρά την ελληνοκυπριακή ηγεσία[48]. Η επικράτηση της δικτατορίας στην Αθήνα κατέστησε την προοπτική της Ένωσης ακόμα λιγότερο ελκυστική για ορισμένους Ελληνοκυπρίους. Τον Ιανουάριο του 1968 ο Αρχιεπίσκοπος εγκατέλειψε και επίσημα την γραμμή της Ένωσης, υποστηρίζοντας ως μόνη εφικτή λύση υπό τις δεδομένες συνθήκες το υπάρχον καθεστώς ανεξαρτησίας, προτιμώντας το εφικτό από το ευκταίο[49]. Την ίδια στιγμή όμως το Ενωτικό ρεύμα παραμένει ισχυρό. Το 1967 η Κυπριακή Βουλή με ομόφωνο ψήφισμα της διατρανώνει την αποφασιστικότητα του Κυπριακού λαού να μην "αναστείλει .. τον αγώνα του, μέχρις ότου ο αγών αυτός ευοδωθεί δια της άνευ ενδιαμέσου σταθμού Ενώσεως ενιαίας και ολοκλήρου της Κύπρου μετά της Μητρός Ελλάδος" ενώ ο Βίας Μαρκίδης, εκ μέρους της Επιτροπής Αποκαταστάσεως της Δημοκρατίας στην Ελλάδα απαντούσε στις κατηγορίες των χουντικών περί ανθενωτικής δραστηριότητας του αντιχουντικού κινήματος στην Κύπρο λέγοντας "Ας γίνει η Ένωσις και ας μας συλλάβουν. Και μέσα στην φυλακήν θα γιορτάζωμεν για την εθνική μας αποκατάστασιν." [50].

Σχέσεις Αθήνας-Λευκωσίας


Οι σχέσεις Αθήνας-Λευκωσίας δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές. Ήδη οι Ελληνοκύπριοι θεωρούσαν τις Συνθήκες Λονδίνου-Ζυρίχης προδοσία από τη μεριά της Αθήνας του αγώνα για Ένωση, στάση που καταλόγιζε ως το τέλος της ζωής του ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον Μακάριο[42][43]. Η απουσία αντίδρασης στους τουρκικούς βομβαρδισμούς του Αυγούστου του 1964 απογοήτευσε εκ νέου την ελληνοκυπριακή κυβέρνηση. Από την άλλη η ελληνική κυβέρνηση είχε καταστήσει από την αρχή σαφές, ότι δεν επιθυμούσε σύρραξη με την Τουρκία και ότι στη χάραξη της πολιτικής της όφειλε να λάβει υπ’ όψιν και τους ελληνικούς πληθυσμούς στην Τουρκία. Η ανησυχία αυτή εντάθηκε μετά το πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης (Σεπτεμβριανά) το 1955. Στη διατάραξη των σχέσεων συντελούσε και η αντίληψη της Αθήνας, η οποία ήθελε να έχει το πάνω χέρι στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό, πράγμα που ο Μακάριος δεν ήταν διατεθειμένος να δεχθεί. Η ανακοίνωση των «13 σημείων» από τον Μακάριο, που στάθηκαν η αιτία για τις ενδοκοινοτικές ταραχέην της ελληνικής Κυβέρνησης, η οποία όχι μόνο δε θα είχε συμφωνήσει σε κάτι τέτοιο, αλλά και είχε προειδοποιήσει τον Μακάριο, ότι σε περίπτωση μονομερούς καταγγελίας των Συνθηκών, θα διαχώριζε δημόσια τη θέση της[44]. Το ίδιο συνέβη και με το γεγονός που οδήγησε στην κλιμάκωση της έντασης, την επίθεση στον τουρκοκυπριακό θύλακα των Κοκκίνων. Ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου έστειλε εμπιστευτικό σημείωμα στον Μακάριο με την περίφημη φράση «Μακαριώτατε, άλλα συμφωνούμεν και άλλα πράττετε» [45]. Ανησυχία στην Αθήνα δημιουργούσε επίσης η προσέγγιση Μακάριου-Ε.Σ.Σ.Δ., καθώς και η απήχηση του αριστερού ΑΚΕΛ [46]. Δεν είχαν περάσει 15 χρόνια από τη νίκη των κυβερνητικών στρατευμάτων με τη βοήθεια Άγγλων και Αμερικανών στον ελληνικό Εμφύλιο και η Ελλάδα ήταν σφιχτά προσδεδεμένη στο άρμα της Δύσης.

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Η Ρωμαϊκή περίοδος(50 π.Χ – 330 μ.Χ).

 
Αρκετά έγκαιρα οι Ρωμαίοι είχαν διαγνώσει τη στρατηγική σημασία της μεγαλονήσου και απέβλεπαν στην κατάκτησή της……
Η Ρωμαϊκή Διοίκηση αποδείχθηκε στυγνή, αλλά ακόμη στυγνότερη πρέπει να υπήρξε η οικονομική εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών του νησιού. Διάφοροι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν περιστατικά στα οποία είναι εμφανής η βάναυση οικονομική πολιτική των Ρωμαίων στο νησί. Το 47 π.Χ, ο Ιούλιος Καίσαρ, μετά τη συνάντησή του με την τελευταία απόγονο των Πτολεμαίων Κλεοπάτρα, δώρισε την Κύπρο στη βασίλισσα. Το νησί για μια ακόμη φορά βρέθηκε στο κέντρο των ραδιουργιών, των συνομωσιών και των πολιτικών ανταγωνισμών που διαδραματίζονταν την περίοδο εκείνη ανάμεσα στον Καίσαρα, τον Αντώνιο και τον Οκταβιανό. Η ήττα του Μάρκου Αντωνίου το 31 π.Χ από τον Οκταβιανό στη ναυμαχία του Ακτίου και η κοινή αυτοκτονία Αντωνίου και Κλεοπάτρας το 30 π.Χ, με την οποία τερματίστηκε η πτολεμαϊκή δυναστεία, κατέληξαν στην προσάρτηση της Κύπρου στη ρωμαϊκή επικράτεια. Το 22π,Χ ανακηρύχθηκε επίσημα σε αυτοκρατορική επαρχία και η διοίκησή της εκχωρήθηκε σε Ρωμαίο ανθύπατο. Το νησί δεν θεωρήθηκε σύμμαχος χώρα των Ρωμαίων, αλλά κατάκτηση. Παρά τις δυσχέρειες, οικονομικής και πολιτικής φύσεως, στην Κύπρο λειτουργούσε ακόμη το κοινό των Κυπρίων……..
Σημαντικό πολιτικό γεγονός αποτελεί η επανάσταση του εβραϊκού πληθυσμού της Σαλαμίνας το 115/116 μ.Χ, η οποία πνίγηκε στο αίμα. Η εξέγερση στην Κύπρο ήταν σύγχρονη με αντίστοιχες στην Αίγυπτο και στην Κυρήνη. Το αποτέλεσμα ήταν ο θλιβερός απολογισμός 240.000νεκρών και οι τεράστιες υλικές ζημιές.
Εβραϊκές συναγωγές υπήρχαν σε όλες τις κυπριακές εβραϊκές παροικίες. Στη συναγωγή της Πάφου δίδαξαν για πρώτη φορά τον χριστιανισμό στους Κυπρίους οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας. Το 46μ.Χ οι δύο απόστολοι έφθασαν στην πόλη και κήρυξαν τη νέα θρησκεία. Ανάμεσα στου νεοφώτιστους συμπεριλαμβάνεται και ο διοικητής, ανθύπατος Σέργιος Παύλος.Έτσι το νησί ήταν ο πρώτος χώρος στον κόσμο που κυβερνήθηκε από χριστιανό. Το γεγονός είναι τεράστιας σημασίας για τη μετέπειτα διάδοση και εδραίωση του χριστιανισμού στην Κύπρο.
Ο Βαρνάβας θεωρείται ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Κύπρου, η οποία είναι αυτοκέφαλη, επειδή ιδρύθηκε από απόστολο. Για τη λατρεία του νέου θεού κτίζονταν μεγαλοπρεπείς βασιλικές στην Πάφο,στη Σαλαμίνα και στο Κούριο. Για ένα διάστημα τα παλαιά σύμβολα της παγανιστικής αρχαιότητας και τα νέα της χριστιανικής πίστης συνυπήρχαν στη τέχνη και στον τρόπο ζωής.
Όμως προς τα τέλη του 4ουαιώνα μ.Χ ήταν πλέον χριστιανική. Η Εκκλησία της Κύπρου, αρκετά δραστήρια, είχε εγκαταστήσει επισκοπές σε όλα τα αστικά κέντρα. Το 325 μ.Χ πήρε μέρος στη Σύνοδο της Νίκαιας ως αυτόνομο μέλος.Μια νέα περίοδος άρχιζε, πλούσια σε γεγονότα και πολιτικές εξελίξεις, που φαίνεται ότι διαμόρφωσαν τις τύχες του νησιού στη μετέπειτα ιστορική του πορεία.